Μουσική – Χορός

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Νάξος, το μεγαλύτερο και ευφορότερο νησί της Κυκλαδικής πολυνησίας, το νησί Στρογγύλη, Δία, Διονυσιάς, Καλλιόπη, και Μικρά Σικελία, Ναξία, Αξία, Αξιά, 'Αξος. Το νησί του Βασιλιά Νάξου, γιου του Απόλλωνα. Νάξος, νησί του Διόνυσου και της Αριάδνης, αλλά και του Μηλώσσιου * Δία.

Νάξος, μια ελληνική "επαρχία" που απετέλεσε ένα κεντρικό χώρο γίγνεσθαι και μια από τις ευρείες αρτηρίες για την κυκλοφορία ιδεών, πνευματικής ζωής από τον Ασιατικό χώρο στον Ευρωπαϊκό.
Νάξος, νησί απ' όπου πέρασαν και άφησαν έντονα τα ίχνη τους Πελασγοί, Δωριείς, Θράκες, Κάρες, Φοίνικες, Αιγύπτιοι, Κρήτες, ο τύραννος Λύγδαμις, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Μακεδόνες, Λ α τ ί ν ο ι και Τούρκοι.

Στη Νάξο βρέθηκε η Πρωτοκυκλαδική, μαγικοθρησκευτικού χαρακτήρα, επίκρουστη πλάκα με χορευτική παράσταση, καθώς επίσης και δίπλα της, στα νερά της, ο Αρπιστής της Κέρου.
Στην Ιωνική Νάξο παράλληλα βρίσκονται οι πόλεις και οι τοποθεσίες, που διατήρησαν το αρχαϊκό τους όνομα, Τραγ(α)ία, Πολίχνη, Κορωνίς, Απόλλων, Αρνάτσα, Κρήνες, Τρίποδες, 'Ελληνας, Χαλκεί, Κλειδός, Μέλανες, Ακάδημοι. Γείτονές της ο Αρχίλοχος ο Πάριος, ο Σιμωνίδης, ο Αμοργίνος, ο Σιμωνίδης κι ο Βακχυλίδης οι Κείοι, ο φιλόσοφος Φερεκύδης ο Σύριος κι ο Θεόφιλος Καίρης από την Άνδρο. Πατρίδα του Νικόδημου* του Αγιορείτη.

Πολύπαθη από εσωτερικές αναταραχές, πάντοτε διπλή με "παχείς" και "λαό", με Λατίνους και Έλληνες άρχοντες, αλλά και φτωχούς, στόχος των πειρατών, έδρα του Δουκάτου του Αιγαίου και της προπαγάνδας των Λατίνων.
Αν και άργησε να εκχριστιανιστεί, αν και βρέθηκε κάτω από τον Φράγκικο ζυγό επί πεντακόσια χρόνια, λάτρεψε την Ορθοδοξία μέσα σε πεντακόσιες περίπου εκκλησίες, που κάποιες απ' αυτές αγιογράφησαν ο Νικηφόρος (1309) κι ο Άγγελος ο Κρής* (1506).

Νάξος, νησί της ευφορίας, του μάρμαρου, της σμύριδας και του Βίβλινου οίνου, του Διόνυσου μα και του Απόλλωνα, νησί της μουσικής, της ποίησης, των ναών, των αναταραχών, της καταπίεσης των Λατίνων, των Κωδίκων της εθιμικής ζωής (1806), των λογίων, της αντίστασης, των καταπιεστικών  βενετικών διαταγμάτων, των λαϊκών πανηγυριών. Νησί, σταθμός της Δύσης προς την Ανατολή κι αυτής προς την Δύση, νησί των μεταναστών και των εποίκων Τσακώνων, Κασιωτών και Κρητών, αλλά και Αρμένηδων, Εβραίων, Χίων και Σαμίων.

Νάξος, νησί της μουσικο-χορευτικής "μανίας", νησί όχι μόνο της φυσικής, αλλά και της πνευματικής γέννησης των στιχοπλόκων, των χορευτάδων και των "παιχνιδιατόρων".
Από τα χωριά της Νάξου, αυτά της ορεινής, συνθέτουν μιαν ομάδα που η χορευτική τους κατάσταση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ουσιαστική στην διαμόρφωση μιας χορευτικής έντονης παρουσίας και ενότητας στην ιδιαιτερότητά τους. Αυτά τα χωριά είναι ο Κινίδαρος, τ' Απεράθου (Απείρανθος), η Κωμιακή (Κορωνίδα) κι η Κόρωνος, τα οποία εμφανίζουν εκτός από συχνότατα, χρονικά, χορευτικά γεγονότα, πολλούς οργανοπαίχτες και πρωτοστατούν στη χορευτική και την μουσική πραγματικότητα του νησιού.

Στα λεγόμενα όμως Κατωχώρια ή Λειβαδοχώρια (δηλ. τα χωριά της νοτιοδυτικής Νάξου) υπάρχει έλλειψη οργανοπαιχτών βιολιτζήδων, όχι όμως τζαμπουνιέρηδων. Έτσι τα χωριά αυτά τα διασκεδάζουν οι οργανοπαίχτες των χωριών της ορεινής Νάξου.
Επίσης πρέπει να τονιστεί πως το χωριό Απεράθου αποτελεί το κέντρο της ποιητικής (κυρίως αυτοσχέδιας) δημιουργίας. Απ' το χωριό αυτό ξεκινούσαν την Ναξιακή διαδρομή τους τα περισσότερα από τα τραγούδια που τραγουδιόντουσαν στα χορευτικά γεγονότα.

Το πρόβλημα του βιοπορισμού υπήρξε η αιτία μετανάστευσης των κατοίκων του (γυναικών), στις αρχές του αιώνα, στην Πόλη (σαν παραμάνες και βυζάχτρες) και τα νεότερα χρόνια στην Αθήνα.
Η οικονομία των χωριών στηριζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ως βασικά επαγγέλματα απαντώνται αυτά του βοσκού, του γεωργού και του μυλωνά. Από το 1930 και μετά τον Πόλεμο κύρια, απαντάται και το επάγγελμα του οργανοπαίχτη.
Από το 1880 μέχρι και σήμερα έπαιξαν μουσικό λαϊκό όργανο ή τραγούδησαν επαγγελματικά πάνω από 200 Ναξιώτες.
Κύρια παραγωγή του χωριού μας είναι ο χορός, το τραγούδι και η μουσική", λένε στον Κινίδαρο.
Ο χορός και τα "βιολιά" αποτελούν το πάθος των κατοίκων του, που είναι πραγματικά μερακλήδες.

Παλιότερα που δεν υπήρχανε τα βιολιά ή με τζαbουνοdούbακα ήθελε να χορεύουνε ή με τα τραγούδια". Οι αξιώτες δεν δέχονται παθητικά το Δημοτικό Τραγούδι, αλλά μετέχουν σ' αυτό δημιουργικά προσθέτοντας, ή αλλάζοντας και κυρίως δημιουργώντας νέο.
Πολλά είναι τα τραγούδια, ως στίχος, αλλά και μελωδία που ήρθαν στη Νάξο σαν "ξενικά", μα τραγουδήθηκαν και χορεύτηκαν σαν δικά τους, παραλλαγμένα μερικώς, αλλά πολλές φορές και εντελώς αλλαγμένα.
 
 
ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΧΟΡΟ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
ΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

 
 1. Στη γιορτή του προστάτη του χωριού. Τριήμερο πανηγύρι.
 2. Την Κυριακή του Πάσχα.
 3. Τη ΝΙΑ Δευτέρα. ( Δευτέρα του Πάσχα )
 4. Την Πρωτομαγιά.
 5. Του Κλήδονα ( ή Κληδόνου ).
 6. Τον Δεκαπενταύγουστο.
 7. Του Αη Φιλίππου. ( 14/12 ) ( "Μικρή Αποκριά" )
 8. Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.
 9. Τις Απόκριες. (Όλο το Τριώδιο )

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
 
1. Στο γάμο ( 3ήμερο ).
 2. Στα βαφτίσια.
 3. Στο άνοιγμα των κρασιών.
 4. Στις βεγγέρες ( περιστασιακά )
 5. Στο ρακιτζό* ή χατζανέματα.
 6. Τις Κυριακές.
 8. Το Καλοκαίρι, κάθε μέρα.
 9. Στον ξενιτεμό.
10. Στο φευγιό των κληρωτών.
11. Στη βόσκια*.
12. Στις Ευχές*.
 
 
ΤΟΠΟΣ
 
 1. Πριν το '22 στα μεγάλα "ονοματισμένα" σπίτια.
 2. Στη bλάτσα.
 3. Στην Κορωνιά. ( μικρή πλατεία με μαγαζιά )
 4. Στο πλατσάκι*.
 5. Στα μαγαζιά.
 6. Στα ξωκλήσια.
 7. Στη βόσκια.
 8. Στο κάθε σπίτι.
 9. Στα δώματα.
 
Τα χορευτικά γεγονότα των κύκλων που αναφέρθηκαν και του τόπου που τελούνται, αφορούν όλη τη Νάξο εκτός από αυτά του "χρονιάτικου κύκλου" που εκτός από τις κοινές σε όλη την Ελλάδα απαντώμενες θρησκευτικές γιορτές, αποτελούν ιδιαίτερο εορτολόγιο, όπου παρατηρούνται ιδιαίτερα κατά τόπους χορευτικά γεγονότα.
 
 
ΠΩΣ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ
 
 - "Κάθε στιγμή που ακούγανε τραγούδι. Σε μια γωνιά, στα γλέντια του σπιτιού, ή σε κάποια άκρη στη bλάτσα".
 - "Κανείς απ' τους γονείς δεν είναι υπεύθυνος για την εκμάθηση του χορού στα παιδιά ".
 - "Τα βοσκαρίδια* στη βόσκια: "Μπήγαμε ένα ραβδί χάμω και το 'χαμενε για γυναίκα και χορευάμενε και Συρτό και Μπάλλο".
 
ΠΟΙΟΥΣ ΧΟΡΟΥΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ
 
Χορεύουν Συρτό αργό, Συρτό γρήγορο, Μπάλλο (όχι σαν αυτόνομο χορό, αλλά σαν συνέχεια του Συρτού), "Βλάχα", Ντίρλα, Καλαμαθιανό, Κοτσάτο, Ζεϊμπέκικο, Καρσιλαμά, Χασάπικο, "Ρούσικο", "Γκιόσα", "Βά-ρ-ς, "Ταγκό". Επίσης χορεύουν τους Αποκριάτικους "Πιπέρι", "Αράπη", "Μαμουτζέλο", "Νικιντρέ", "Τσαbουνόπο-ρ-κα", "Μπιτζιλαιαδίστικο*", τα "Κουκιά", και "Γερόντικο".
 
 
 
ΠΩΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ
    
Ο χορός των Αξιωτών γίνεται πάντοτε σ' ένα και μοναδικό κύκλο από μια παρέα τριών-τεσσάρων ζευγαριών. Πρώτος και τελευταίος στον κύκλο είναι πάντοτε άντρας (ο "αμπρουστινός" κι ο "κάτω"). Η παρέα ξεκινάει το χορό της με Συρτό χορό αργό που μπορεί να εξελιχθεί σε γρήγορο. Τα όργανα "κόβουν" - "γυρίζουν" σε Μπάλλο. Τον Μπάλλο τον χορεύει μόνο το πρώτο ζευγάρι του κύκλου, ενώ οι άλλοι κάθονται. Κατά τη διάρκεια του Μπάλλου, ο άντρας έχει την δυνατότητα να χορέψει εκτός από την "δική" του γυναίκα και όποια άλλη από τις παρευρισκόμενες θέλει και με τη σύμφωνη γνώμη του συνοδού της. Επίσης με τη διαδικασία του "Μπαρντό" να χορέψει κάποιος από τους παρευρισκόμενους την δική του ντάμα που χορεύει την συγκεκριμένη στιγμή.

Αφού τελειώσει ο Μπάλλος, ο οποίος μπορεί να κρατήσει πολλή ώρα σταματούν τα όργανα και ξαναπιάνουν το Συρτό με πρώτο ζευγάρι αυτό που χόρεψε προηγούμενα πρώτο, ενώ αυτό κάθεται. Ακολουθείται η ίδια διαδικασία μέχρι και το τελευταίο ζευγάρι της παρέας. Σ' αυτό πιάνεται πίσω (για να χορεύουν δύο τουλάχιστον ζευγάρια) ο προηγούμενος αμπρουστινός ή κάποιος άλλος από άλλη παρέα που του έχει δώσει σειρά ο λαουτιέρης. Στη συνέχεια χορεύει άλλη παρέα.

Οι άλλοι χοροί, ο Καλαματιανός κυρίως, χορεύεται αν ζητηθεί είτε πριν τον Συρτό ή στο τέλος του χορού ολόκληρης παρέας.

Ο κορυφαίος χορός των Ναξιωτών είναι ο Μπάλλος, χορός αντικριστός και ελεύθερος. Χορός που αρχίζει με Συρτό (παρέα, κύκλος) και "γυρίζει" σε Μπάλλο (όπου και χορεύει μόνον ένα ζευγάρι, το πρώτο του Συρτού). Ο Μπάλλος είναι ο χορός που ο λαουτιέρης λέει αυτοσχέδια δίστιχα ("κοτσάκια"), προσωπικά των χορευτών, ανάλογα με τα χαρίσματά τους, τα ελαττώματα τους (αν είναι γνωστοί ή αλλιώς παίρνει πληροφορίες από άλλους).

Άλλοτε ο χορός είναι "σεμνός" και αργός στις κινήσεις κι άλλοτε "παιχνιδιάρικος". Κινήσεις νοηματικές, εκφραστικές, εξωτερίκευσης των (συν)αισθημάτων του χορευτή προς τη ντάμα του. Ελευθερώνεται, δονείται ψυχικά και σωματικά, εκστασιάζεται, κάνει υπερβάσεις, "επιθετικές εφόδους" για να την φιλήσει ή τάχα να την φιλήσει, η οποία με την σειρά της χορεύει σεμνά, ίσια, αλλά κάνοντας και ταχύτατες κινήσεις, στροφές για ν' αποφύγει το φιλί.
Ο Μπάλλος εξελίσσεται σε έκσταση, με μεγάλη διάρκεια και συνεχή επανάληψη, προς το τέλος, των ίδιων μουσικών μοτίβων.
"Η πληρωμή στα βιολιά συνεχίζεται κι όποιος αντέξει". "Tο ν' αντέξει κανείς ήτανε και θέμα τροπαίου". Η ρυθμική αγωγή φθάνει σε ταχύτητα τόση, ώστε να " χτυπούν τα ποδάρια στ' αυτιά ". " 'Ητανε θέμα αντοχής και γοήτρου".
 
 
 
ΑΠΟΚΡΙΕΣ

 
- " Τις Αποκριές χορεύουν κι οι γριές ".
  Ο χορός και το τραγούδι ξεκίναγε απ' την Π ρ ο φ ω ν ή* Κυριακή (του Ασώτου) και φούντωνε μετά την Τσικνοπέμπτη μέχρι την Τυρ(ι)νή Κυριακή.
- Γλέντι στο σφάξιμο των χοίρων (το Προφωνό Σάββατο), παρέες-παρέες.
- Γλέντι καθημερινό κυρίως στα σπίτια, αλλά και μαγαζιά με φωνητικό τραγούδι και μουσικά όργανα μέχρι το πρωί.
 
"Την Τυρνή βδομάδα έχουμε άλλου είδους γλέντια". Ντύνονται περισσότεροι "μοσκάροι"*. Ιδιαίτερη σημασία έχει το χορευτικό δρώμενο των "ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΔΩΝ" ("Φουστανελάδες", "Λεβέντες" και "Κορδελλάτοι". Σαν "Διονυσιακός Θίασος" επισκέπτονται καθημερινά (μόνον οι άνδρες) τα άλλα χωριά (που έχουν το ίδιο έθιμο) και χορεύουν τις γυναίκες (του χωριού που επισκέπτονται), πού 'χουν φροντίσει και τους προσφέρουν ιδιαίτερα φαγητά των ημερών. Το σούρουπο επιστρέφοντας στο χωριό τους συνεχίζουν το γλέντι, όπου χορεύουν τις γυναίκες τις "δικές" τους. Αυτό γίνεται μέχρι και το Τυρνό Σάββατο.

Τον "Θίασο" συνοδεύουν τα "βιολιά". (μόνον στον Κινίδαρο) ή ο "Τζαbούνες" στα υπόλοιπα και μάλιστα χωρίς αμοιβή σαν ανταπόδοση της υποχρέωσης που έχουν οι οργανοπαίχτες προς τους χορευτές για όλο τον άλλο χρόνο.  Την Τυρνή Κυριακή γλεντάνε όλοι στα χωριά τους, όλοι μαζί στα σπίτια, στα μαγαζιά, στη bλάτσα, στα δώματα*.

Η συμμετοχή είναι καθολική. Τζαbούνες, αποκριανό φωνητικό τραγούδι, βιολιά, χορός, γέροι, γριές. Παίζουν ψευτοπόλεμο, "κάνουν ζευγάρι* με το σύνεργο"*, σπέρνουν, θερίζουν, αλωνίζουν, λιχνίζουν, αρμέγουν, πήζουν τυρί, κάνουν εικονικές κηδείες, κάνουν το γιατρό και χορεύουν γύρω από το "πεθαμένο" παιδί του Α ρ ά π η  που γίνεται καλά.

Την Καθαρά Δευτέρα, αφού γλεντήσουν σε κοινό τραπέζι και κυρίως ο "Θίασος" με τους Φουστανελάδες, το απόγευμα μόλις χτυπήσει η καμπάνα του εσπερινού, πηγαίνουν όλοι στην εκκλησία, ενώ τους συνοδεύουν  τα βιολιά παίζοντας "το σκοπό του γάμου".

Μετά τον εσπερινό δεν ξαναπαίζουν τα όργανα μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, ενώ τα κοπελούδια τραγουδούν τραγούδια πολύστιχα (πανελλήνια) δίχως να χορεύουν. Ο άνδρες παίζουνε παιχνίδια (τη Λολομαριά, τις Μπάλες κ.λπ.).

Τα χορευτικό αυτό δρώμενο των ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΔΩΝ αφορά τα χωριά που βρίσκονται νότια και δυτικά του Κινιδάρου, ενώ στο χωριό Απεράθου, Κόρωνο και Φιλώτι λαμβάνουν χώρα αποκριανά χορευτικά δρώμενα, διάφορα αυτών των άλλων χωριών.
Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση του δρωμένου των "Κουδουνάτων" στ' Απεράθου με ρίζες στα δρώμενα των Διονυσιακών θιάσων. Σ' αυτό το έθιμο ο χορός έχει σύνδρομο χαρακτήρα κι όχι πρωτεύοντα.

Εκτός από την Αποκριά και το Πανηγύρι σημαντικότατο έθιμο όπου απαντάται έντονη η παρουσία χορευτικών γεγονότων, είναι ο γάμος.
Σ' αυτόν ελλείπουν οι χορευτικές περιστάσεις καθ' όλη την εβδομάδα της προετοιμασίας του, ενώ αρχίζουν από το Σάββατο το βράδυ (όχι σ' όλα τα χωριά), στο στενό περιβάλλον των συμπεθέρων και συνεχίζεται την Κυριακή μετά την στεφάνωση μέχρι τις πρωινές ώρες της Δευτέρας. Την Δευτέρα το μεσημέρι 11-12 η ώρα τελείται η "Πατινάδα" με κοινοτικό τραγούδι και στη συνέχεια  με χορό μέχρι το βράδυ ή και το πρωί της Τρίτης
(για να χορέψουν όλοι οι καλεσμένοι, αλλά και όλο το χωριό) και την Τρίτη στον Αντίγαμο (την άλλη Κυριακή σε ορισμένα χωριά).
Κεντρικό πρόσωπο των χορευτικών αυτών γεγονότων είναι η νύφη, η οποία είναι "υποχρεωμένη" να χορέψει με όλο το χωριό. Στην περίπτωση των γυναικών, θα χορέψουν τη νύφη Συρτό και Μπάλλο αλλάζοντας (οι γυναίκες) τον ρόλο τους, δηλ. χορεύουν σαν άντρες.
 
 
 
ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ (”ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ”)
 
Τα μουσικά λαϊκά όργανα πριν το 1880, ήταν αποκλειστικά η Τζαbούνα, το doυbάκι και το σουβλιάρι (σουραύλι). Αυτά είναι τα "χωριάτικα" όργανα, ενώ στην πόλη - Χώρα παιζόταν η  λ ύ ρ α   κι αργότερα το β ι ο λ ί,  η   γ ο υ ϊ τ ά ρ α (ίσως λαούτο). Το σύνολο των μουσικών οργάνων (οργανοπαιχτών) ονομάζεται  τακίμι  ή   ζ ύ η  (ζυγιά).

Το 1887-88 εμφανίζονται τουλάχιστον στον Κινίδαρο τα "αστικά" μουσικά όργανα, δηλαδή το βιολί, το λαούτο και για μερικά χρόνια το κ λ α ρ ί ν ο. Περαστικό ήτανε και το  σαντούρι, για μια δεκαετία περίπου.
Το κλαρίνο δεν "πειράζει"* την ψυχή του Ναξιώτη και οι οργανοπαίχτες αντιμετωπίζουν με δυσφορία τη μοιρασιά του μεροκάματου δια του τρία. Με τον όρο "βιολιά" εννοούν τα μουσικά όργανα (βιολί-λαούτο), το τακίμι και με τον όρο "τζαbούνα" εννοούν και το dουbάκι, όπως και με τον όρο "doυbάκι" εννοούν και την τζαbούνα ή αλλιώς τζαbουνοdούbακα ή dουbακοσούβλιαρα (dουbάκι και σουβλιάρι).

Το σουβλιάρι εκτός από "συντροφικό" όργανο των βοσκών συμμετείχε (παλιά στις αρχές του αιώνα) και στα γλέντια. Περνώντας ο χρόνος, οι Ναξιώτες προτιμούν τα "βιολιά" για τη "γλύκα" τους, όπως λένε και τις μουσικές τους δυνατότητες.  Η πληρωμή στα "βιολιά" είναι μεγαλύτερη γι' αυτό και οι πιο φτωχοί συνεχίζουν να πηγαίνουν στις τζαbούνες.
 
 
ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ (Παιχνιδιάτορες ή παιχνιδιατόροι)
 
Οι οργανοπαίχτες ήταν οι πλούσιοι των χωριών. Κέρδιζαν πολλά χρήματα, γιατί το πάθος των συγχωριανών τους, αλλά και όλων των Αξιωτών για το χορό, ήτανε (και είναι) μεγάλο.
Απ' τους δύο οργανοπαίχτες τραγουδούσε ο λαουθιέρης και σπάνια ο βιολιτζής.
Ο λαουθιέρης εθεωρείτο καλός και τον προτιμούσαν, όταν εκτός από "καλό λαούτο", τα "ταίριαζε" κι όλας, δηλ. είχε και καλή φωνή και τραγουδούσε αυτοσχέδια τραγούδια. ‘Ηταν ο "κουτσομπόλης" του χωριού. Δημιουργούσε ποιητικά και συνέβαλε στο κέφι του γλεντιού. 'Ομως φρόντιζε και για την καλή πληρωμή του τακιμιού. Αν δε ο χορευτής δεν πλήρωνε, πριν του "κόψει"* το χορό τον προειδοποιούσε με σχετικό δίστιχο.
 
 
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 
Στο τραγουδιστικό ρεπερτόριο (χορευτικών τραγουδιών), αποφασιστικής για την εξέλιξη (πορεία) σημασίας, υπήρξε η σχέση της Νάξου με την Πόλη, την Μ. Ασία κι αργότερα την με Αθήνα.
Πολλά τραγούδια ή οργανικοί χορευτικοί σκοποί ήρθαν στην Νάξο από τους ίδιους τους Ναξιώτες, οι οποίοι αναγκάστηκαν για βιοποριστικούς όπως προαναφέρθηκε και άλλους λόγους, να ταξιδεύουν σ' αυτά τα μέρη ή και να μένουν εκεί πολλά χρόνια.

Γυναίκες (σαν βυζάχτρες, παραμάνες και βοηθητικό οικιακό προσωπικό) κι οι άντρες (σαν ταχυδρόμοι, αλλά και μετανάστες) επιστρέφοντας στη Νάξο έφερναν μαζί τους τραγούδια, τα οποία χορεύονταν στη συνέχεια στα ναξιώτικα χορευτικά γεγονότα. Ιδιαίτερα οι οργανοπαίχτες που υπηρετούσαν ως στρατιώτες στην Μ. Ασία, επιστρέφοντας μετά τον Πόλεμο, έφεραν μαζί τους πολλά τραγούδια, κυρίως του Συρτού και του Μπάλλου.

Τέλος η επιστροφή των προσφύγων Αξιωτών, κυρίως από τα Βουρλά της Μ. Ασίας, έδρασε καταλυτικά και προσθετικά στην μουσικο-τραγουδιστική παράδοση της Νάξου.
Κατηγορίες:
1. Χορευτικά και του Καθιστού γλεντιού (και Μανέδες).
2. Του Συρτού - του Καλαμαθιανού - του Μπάλλου - της "Βλάχας"
   - του Ζεϊμπέκικου - του Καρσιλαμά - του Ρούσικου κ.ά.
3. Κοτσάκια του Συρτού.
     -"-    του Μπάλλου.
     -"-    της "Βλάχας".
     -"-    της καθημερινής (αφηγηματικά).
4. Φωνητικό - Οργανικό.
     Στα χορευτικά γεγονότα λείπει εντελώς το "καθιστικό" τραγούδι, οποιουδήποτε ύφους. Η χορευτική πράξη ξεκινάει αμέσως μετά ίσως, πολλές φορές, την "εκτέλεση" ενός-δύο, χορευτικών πάντα τραγουδιών από το τακίμι για την "ψυχική", όπως λένε, προετοιμασία των γλεντιστών.
   Τον Συρτό χορό, συνόδευαν δύο είδη τραγουδιών:
α) Τα ο ν ο μ α σ τ ι κ ά  (που είχαν δηλ. τίτλο) και
β) τα α υ τ ο σ χ έ δ ι α   (της στιγμής).
Από τα "ονομαστικά", άλλα τραγουδιόντουσαν στο τοπικό ύφος και με παραλλαγμένους τους στίχους και άλλα με στίχους έτσι όπως τους είχαν "φτιάξει" οι ίδιοι.

Η Νάξος, ένας μικρόκοσμος μέσα στην Κυκλαδική πολυνησία, στον Αιγαιοπελαγίτικο και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, "εκμεταλλεύτηκε" άριστα την αφομοιωτική της δύναμη και τη χρησιμοποίησε δυναμικά, διαρκώς ανανεούμενη και δημιουργική, ως ζωντανός οργανισμός.

Ο ΧΟΡΟΣ στα διάφορα χωριά της Νάξου εμφανίζει διαφορές, διαφορές που τις γνωρίζουν και οι χωρικοί, αλλ' εύκολα τις διακρίνει κι ο ερευνητής. Έγιναν δε μεγάλες αλλαγές στο χώρο της μουσικής και του τραγουδιού (είδος, ύφος, τρόπος, μουσικά όργανα, σκοποί), εδώ και 110 χρόνια έχει υποστεί αλλαγές στις λεπτομέρειες, αλλαγές αφαιρετικές. Ο χρόνος ίδιος, ο τόπος σχεδόν ίδιος, ο τρόπος, το "θεατρικό σκηνικό" το ίδιο, η μανία ίδια. Ο εκτονωτικός του χαρακτήρας βιωματικός, εθιμικός, αναγκαιότητα, "πετσί".

Η συλλογικότητα [θεσμός των εγγεριών*, μύλοι, συγκοινωνιακός χαρακτήρας των σπιτιών (πειρατές), ενωτικοί αγώνες κατά των Φράγκων και του ντόπιου Αρχοντολογιού] και μοναδικά προσωπική κι όχι ατομική δραστηριότητα του έρωτα ["με τα κοτσάκια και τον Μπάλλο γινότανε ο έρωτας στο χωριό μας" ], αποτυπώθηκαν έντονα στο Συρτό, τον Καλαμαθιανό και τη "Βλάχα", στο Μπάλλο και τις Πατινάδες.

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ
 
Βοσκαριδάκι = Μικρός βοσκός
Βόσκια = Εκεί που βόσκουν τα πρόβατα
Εγγεριές = Η κοινή εκμετάλλευση, από δύο-τρεις, καλλιεργήσιμης γης
Ευχές = Ονομαστικές γιορτές
Ζευγάρι = Όργωμα
Κρης = Δάσκαλος του Δομ. Θεοτοκόπουλου
Μηλώσσιος = Ο προστάτης των προβάτων
Μοσκάροι = Μασκαράδες
Μπ(b)ιτζιλαιαδίστικος = Ο χορός των Βιντζηλαίων. Χορός που χορεύεται τις Απόκριες        
   στο χωριό Κορωνίς (Κωμιακή)
Νικόδημος = Νικόδημος ο Αγιορείτης. Πολιούχος της Χώρας
Πειράζει = Ευαισθητοποιεί, συγκινεί
Πλατσάκι = Η μικρή πλατεία
Προφωνή = Η ημέρα πριν τη φωνή από το σφάξιμο του  χοίρου
Ρακιτζό = Το φτιάξιμο της ρακής. "Χατζανέματα" στ' Απεράθου
Σύνεργο = Το εργαλείο του οργώματος

 
ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΑΡ. ΣΠΗΛΙΑΚΟΣ
Δρ. Χορολογίας Ελληνικού Παραδοσιακού Χορού Πανεπιστημίου Αθηνών 
 
 
 
 
 
 
 
this is naxos magazine
Sponsors